Λιτότητα και κατάπτωση ηθικού
Η λιτότητα, σύμφωνα με
ορισμένους υποστηρικτές της, υποτίθεται ότι θα βελτιώσει το ηθικό. Ο
Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, συνήγορος της λιτότητας, έχει
δηλώσει ότι πιστεύει ότι το πρόγραμμά του μειώνει την «εξάρτηση από την
πρόνοια», επαναφέρει την «αυστηρότητα», και ενθαρρύνει αυτούς που
«πράττουν και αυτούς που δημιουργούν». Ομοίως, ο αμερικανός γερουσιαστής
Paul Ryan λέει ότι το πρόγραμμά του αποτελεί μέρος ενός σχεδίου για την
προώθηση της «δημιουργικότητας και του επιχειρηματικού πνεύματος».
Ορισμένα είδη λιτότητας μπορεί πράγματι
να βελτιώνουν το ηθικό. Οι μοναχοί βρίσκουν το νόημα της ζωής τους σε
ένα αυστηρό περιβάλλον, και τα στρατιωτικά κέντρα εκπαίδευσης
νεοσύλλεκτων, θεωρείται ότι χτίζουν χαρακτήρα. Αλλά, η δημοσιονομική
λιτότητα που έχει ασκηθεί μέχρι τώρα, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να μένουν
άνεργοι αμέτρητοι άνθρωποι και να τους αφήνει με ένα αίσθημα απόρριψης
και αποκλεισμού.
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι μία
περίοδος ανεργίας αποτελεί και περίοδο περισυλλογής, επανασύνδεσης με
τον εαυτό μας, και αποκατάστασης των θεμελιωδών αξιών. Πριν από πολλά
χρόνια, ορισμένοι οικονομολόγοι πίστευαν ότι μέχρι τώρα θα απολαμβάναμε
πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, στο δοκίμιό του
1930, με τίτλο «οικονομικές πιθανότητες για τα εγγόνια μας» υποστήριξε
ότι, μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια, δηλαδή μέχρι το 2030, τα υψηλότερα
εισοδήματα θα είχαν μειώσει τη μέση εργάσιμη ημέρα σε μόλις τρεις ώρες,
για ένα σύνολο 15 ωρών εργασίας τη βδομάδα.
Ενώ μας μένουν ακόμη βέβαια 17 χρόνια, φαίνεται ότι ο Κέυνς
έπεσε εντελώς έξω. Έξω φαίνεται να έπεσε και ο Robert Theobald, ο
οποίος, στο βιβλίο του 1963 με τίτλο «Ελεύθεροι Άνθρωποι και Ελεύθερες
Αγορές» αμφισβήτησε την αποστροφή των πολιτών προς την υψηλή ανεργία.
Υποστήριξε ότι «μπορούμε να έχουμε ουσιαστικό ελεύθερο χρόνο αντί για
καταστροφική ανεργία», και ότι δε χρειαζόμαστε «μία στροβιλιζόμενη
οικονομία που να εξαρτάται από την ψυχαναγκαστική κατανάλωση».
Ωστόσο, το να βρούμε κάτι ικανοποιητικό
να κάνουμε με το χρόνο μας, φαίνεται να συνεπάγεται αναπόφευκτα, κάποιο
είδος εργασίας: ο «ουσιαστικός ελεύθερος χρόνος» ξεπερνιέται μετά από
λίγο. Οι άνθρωποι φαίνεται να θέλουν να εργάζονται περισσότερο από τρεις
ώρες την ημέρα, ακόμη και αν πρόκειται για εργασία στην «αλυσίδα»
συναρμολόγησης. Και, η ευκαιρία για εργασία θα έπρεπε να αποτελεί βασική
ελευθερία.
Η ανεργία είναι προϊόν του καπιταλισμού:
οι άνθρωποι που δεν είναι πλέον χρήσιμοι, απολύονται. Σε μία
παραδοσιακή οικογενειακή φάρμα, δεν υπήρχε ανεργία. Η λιτότητα
αποκαλύπτει την έλλειψη διαπροσωπικής σύνδεσης της σύγχρονης οικονομίας,
καθώς και το ηθικό κόστος που αυτή συνεπάγεται.
Ο καταμερισμός της εργασίας μπορεί να
κρατήσει περισσότερους ανθρώπους οριακά συνδεδεμένους με τις δουλειές
τους σε μία οικονομική ύφεση, διατηρώντας έτσι την αυτοεκτίμησή τους.
Αντί να απολύσει το 25% του εργατικού της δυναμικού σε μία ύφεση, μία
εταιρεία θα μπορούσε να μειώσει προσωρινά τις εργατοώρες των εργαζομένων
από, ας πούμε, οκτώ ημερησίως σε έξι. Θα μπορούσαν όλοι να παραμείνουν
στη θέση τους, και θα πλησιάζαμε και πιο κοντά στο ιδανικό του Κέυνς.
Ορισμένες χώρες, κυρίως η Γερμανία, έχουν ενθαρρύνει αυτή την
προσέγγιση.
Αλλά, ο καταμερισμός της εργασίας δημιουργεί τεχνικά προβλήματα
αν αυξηθεί ξαφνικά για την αντιμετώπιση μίας οικονομικής κρίσης όπως
αυτής που βιώνουμε τώρα. Τα προβλήματα αυτά, εμποδίζουν την ξαφνική
κίνηση προς το ιδανικό του περισσότερου ελεύθερου χρόνου, το οποίο
διακήρυξαν στοχαστές όπως ο Κέυνς και ο Theobald.
Ένα πρόβλημα είναι ότι οι εργαζόμενοι
έχουν πάγια έξοδα, όπως μεταφορικά προς τη δουλειά ή ασφάλεια υγείας, τα
οποία δε μειώνονται όταν κόβονται οι ώρες εργασίας (και μαζί τους ο
μισθός). Τα χρέη και οι υποχρεώσεις τους είναι ανάλογα καθορισμένες. Αν
γνώριζαν ότι θα κοπούν οι ώρες εργασίες τους, θα μπορούσαν να είχαν
αγοράσει ένα μικρότερο σπίτι, αλλά τώρα είναι λίγο δύσκολο να
συρρικνώσουν αυτό που έχουν ήδη αγοράσει.
Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι μπορεί να
είναι δύσκολο να μειωθεί η δουλειά του καθενός στον ίδιο βαθμό με τους
υπόλοιπους, διότι ορισμένες θέσεις εργασίας αυξάνονται κλιμακωτά με την
παραγωγή, ενώ άλλες όχι.
Στο βιβλίο του «Γιατί οι μισθοί δε μειώνονται κατά τη διάρκεια μίας ύφεσης»,
ο Truman Bewley του Πανεπιστημίου του Yale αναφέρθηκε σε μία εκτενή
σειρά συνεντεύξεων με διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων που ασχολούνται
με τη διαμόρφωση μισθών και τις απολύσεις. Ανακάλυψε ότι πίστευαν ότι θα
προέκυπτε σοβαρό πρόβλημα ηθικού από τη μείωση των ωρών και των μισθών
όλων των εργαζομένων κατά τη διάρκεια μίας ύφεσης. Στη συνέχεια, οι
εργαζόμενοι θα άρχιζαν να αισθάνονται σα να μην έχουν πραγματική
δουλειά.
Στις συνεντεύξεις του με τους
διευθυντές, του είπαν ότι είναι καλύτερο (τουλάχιστον από την πλευρά της
διαχείρισης) αν ο πόνος της μείωσης της απασχόλησης συγκεντρωθεί σε
μερικούς εργαζομένους, των οποίων η γκρίνια δεν ακούγεται από τους
υπόλοιπους εργαζομένους. Οι εργοδότες ανησυχούν για το ηθικό στο χώρο
εργασίας, και όχι για το ηθικό των εργαζομένων που απολύουν. Το
κατεστραμμένο ηθικό τους, σίγουρα επηρεάζει τους άλλους ως ένα είδος
εξωτερίκευσης, η οποία έχει μεγάλη σημασία· ωστόσο, αυτό δεν έχει καμία
σημασία για την εταιρεία που τους απολύει.
Θα μπορούσαμε όλοι ίσως με χαρά να
εργαζόμαστε λιγότερες ώρες, εάν η μείωση αυτή αντανακλούσε τη σταδιακή
κοινωνική πρόοδο. Αλλά, δεν είμαστε ευχαριστημένοι με την ανεργία που
προκύπτει από μία ξαφνική δημοσιονομική κρίση.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η ξαφνική λιτότητα δε μπορεί να βελτιώσει το ηθικό. Για ηθικό, χρειαζόμαστε ένα κοινωνικό συμβόλαιο
το οποίο θα βρίσκει έναν σκοπό για τον καθένα, έναν τρόπο να αναδειχθεί
ο κάθε άνθρωπος ως μέρος της κοινωνίας, όντας εργαζόμενος.
Και για αυτό χρειαζόμαστε φορολογικά
κίνητρα – στην ιδανική περίπτωση, κίνητρα φιλικά προς το χρέος, τα οποία
αυξάνουν εξίσου τους φόρους και τις δαπάνες. Η αυξημένη φορολογική
επιβάρυνση για όλους όσους απασχολούνται, είναι ανάλογη της μείωσης των
ωρών στον καταμερισμό εργασιών.
Αλλά, αν οι αυξήσεις φόρων δεν είναι
πολιτικά σκόπιμες, τότε οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να
προχωρήσουν σε παλιομοδίτικες ελλειμματικές δαπάνες. Το σημαντικό είναι
να επιτευχθεί οποιοδήποτε φορολογικό κίνητρο που ενισχύει τη δημιουργία
θέσεων εργασίας και κάνει τους ανέργους να επιστρέφουν στην εργασία.
Sofokleous 10
Post a Comment